Επιθεωρησιακός Σαίξπηρ και χάχανα

Ο ευγενής στην καταγωγή και πολύ πλούσιος Μπατίστα από την Πάδοβα θέλει, να παντρέψει τις δύο κόρες του.

Η μικρότερη, η Μπιάνκα, είναι περιζήτητη νύφη με πολλούς θαυμαστές, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Λουκέντιο από την Πίζα, που θα την ερωτευτεί μόλις τη δει και θα προσπαθήσει, να την προσεγγίσει μεταμφιεσμένος σε καθηγητή ποίησης.

Εμπόδιο, ωστόσο, στην αποκατάστασή της μπαίνει η μεγαλύτερη αδελφή της, Κατερίνα, γνωστή και ως Στρίγγλα της Πάδοβα, που πρέπει εθιμοτυπικά, να παντρευτεί πρώτη. Το άγριο θηρίο που προσβάλλει, χτυπά και βασανίζει τόσο τους δικούς της όσο και όποιον κακόμοιρο βρεθεί στο δρόμο της θα αναλάβει να ημερώσει ο Πετρούκιο από τη Βερόνα. Υπερθεματίζοντας σε οργή και τρέλα θα την καταλάβει εξ απήνης και θα εξουδετερώσει τα ξεσπάσματα θυμού της μεταμορφώνοντας την στην πιο γλυκιά και υπάκουη σύζυγο, που γνώρισε ποτέ η Πάδοβα.

Μία ημίγυμνη Μπιάνκα, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, έτσι για να πάρει το μάτι του ο θεατής.

Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί μια επιθεωρησιακού χαρακτήρα και τηλεοπτικής αισθητικής παράσταση, που περισσότερο θυμίζει τις αριστοφανικές παραστάσεις του ίδιου παρά Σαίξπηρ.  Σκηνικό εντυπωσιακό αλλά λιγάκι φτηνό, κοστούμια που παραπέμπουν σε Ιταλούς μαφιόζους των 30s-γιατί είμαστε και στην Ιταλία μην το ξεχνάμε-μία ημίγυμνη Μπιάνκα, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, έτσι για να πάρει το μάτι του ο θεατής, παρένθετα αστειάκια από τα οποία ο Σεφερλής δεν έχει τίποτα να ζηλέψει, κωμικά γκακς με σπασμωδικές κινήσεις, πεσίματα από σκάλες  κι ένας διαρκής πανικός επί σκηνής, που παραπέμπουν μάλλον σε φάρσα μπασταρδεμένη με ολίγη τηλεόραση των 90s.

to-imeroma-tis-strigklas-1

Επικεφαλής όλου αυτού ο κατά τα άλλα ταλαντούχος κωμικός  Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, που ως Πετρούκιο ηγείται ουσιαστικά των χαρακτήρων ακολουθώντας, όμως, τη σκηνοθετική γραμμή, παίζοντας δηλαδή Αριστοφάνη όπως κάθε καλοκαίρι υπό την καθοδήγηση του Κακλέα.

Το επιτελείο των δεύτερων ρόλων, που τον πλαισιώνουν βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος φιλότιμοι και γεμάτοι ενέργεια μεν, με την ίδια επιθεωρησιακή λογική δε.

Οργώνουν όχι μόνο τη σκηνή, αλλά και τα θεωρεία και τις πλαϊνές σκάλες της σκηνής του Βρετάνια, τρέχοντας και κουτρουβαλώντας, τεντώνοντας τα καθόλου πρωτότυπα αστεία με τα οποία είναι διανθισμένο το έργο, χωρίς όμως να έχουν αυτό το κάτι, που θα απογείωνε μια κανονική  φαρσοκωμωδία και θα έκανε και τον πιο σοβαρό να πέσει κάτω από τα γέλια.

Κερασάκι στην τούρτα ο εμβόλιμος ρόλος της χαζής ξανθιάς με το μίνι, που με σέξι ύφος αφελούς γραμματέως, κάνει exposition του δεύτερου μέρους, αφηγείται δηλαδή όσα θα έπρεπε να διαδραματιστούν επί σκηνής, κατά πάσα πιθανότητα για να μην τραβήξει το έργο πάνω από δύο ώρες.

Η Μαρία Ναυπλιώτου στο ρόλο της Κατερίνας ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, τόσο ενδυματολογικά όσο και υφολογικά, αφού ακόμα και στο κρεσέντο της ως σκύλα θυμίζει μάλλον αγριεμένη γατούλα χωρίς η ερμηνεία της, να δένει με τα όσα διαδραματίζονται γύρω της.

Η αιτία πρέπει να εντοπιστεί και εδώ στο γενικότερο πνεύμα της παράστασης, αφού η ηθοποιός μπορεί αποδεδειγμένα να τσαλακώσει την αύρα της αιθέριας ύπαρξης, που αποπνέει (ποιος δε τη θυμάται ως τοκογλύφο στην ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Ψυχή στο στόμα» να βρίζει και να απειλεί τον κακόμοιρο ήρωα Τάκη).

Μάλιστα, σε μια προσπάθεια να δώσει μια φεμινιστική τροπή στο, ομολογουμένως, αρκετά συντηρητικό και απαρχαιωμένων αντιλήψεων σχετικά με την επιθυμητή γυναικεία συμπεριφορά έργο, που προσωπικά μου θυμίζει ελαφριά εκδοχή του «Κουρδιστού Πορτοκαλιού» με την Κατερίνα, να βάλλεται από τον προμελετημένο παραλογισμό του Πετρούκιου, όπως χτυπάμε το κρέας για να μαλακώσει, και τελικά να λυγίζει, δεχόμενη πλέον τα πάντα στωικά και άκριτα ως καλή σύζυγος- κτήμα του κυρίου της- ο σκηνοθέτης βάζει στην τελευταία σκηνή την υπάκουη Κατερίνα, να λέει με τόνο ειρωνικό όσα θέλει, να ακούσει ο άντρας της, σα να έχει δήθεν μεταστραφεί.

Σε μια προσπάθεια να δώσει μια φεμινιστική τροπή στο ομολογουμένως αρκετά συντηρητικό και απαρχαιωμένων αντιλήψεων σχετικά με την επιθυμητή γυναικεία συμπεριφορά έργο.

Ένα ευκολοχώνευτο εμπορικό προϊόν που περιέχει όλα τα αναγνωρίσιμα και δοκιμασμένα συστατικά, όπως αστειάκια, πονηρό αλλά σοφτ ερωτισμό, γνωστούς πρωταγωνιστές και εύπεπτη αισθητική τηλεοπτικού σόου.

Λίγες στιγμές αργότερα, σα βουβό πλάνο από κάποια διαφήμιση ουίσκι, με τη μουσική τέρμα, η πρωταγωνίστρια φορώντας ένα κόκκινο εξώπλατο φόρεμα ξεφεύγει από το σύζυγό της, που την κυνηγά μάταια καταλήγοντας μόνος και θλιμμένος.

Εν κατακλείδι, η παράσταση έχει ξεκάθαρα δομηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελέσει ένα ευκολοχώνευτο εμπορικό προϊόν, που περιέχει όλα τα αναγνωρίσιμα και δοκιμασμένα συστατικά, όπως αστειάκια, πονηρό αλλά σοφτ ερωτισμό, γνωστούς πρωταγωνιστές και εύπεπτη αισθητική τηλεοπτικού σόου, με σκοπό να φέρουν την επιτυχία και την απήχηση σε ένα ευρύ κοινό, που πηγαίνει στο θέατρο πιο πολύ, για να ξεσκάσει παρά για να σκεφτεί ή να βιώσει δυνατές συγκινήσεις.

Έτσι, εξηγείται γιατί το μισό κοινό, το οποίο εκείνη τη μέρα αποτελούνταν από μαθητές γυμνασίου σε εξωσχολική δραστηριότητα, χαχάνιζε διαρκώς, ενώ οι υπόλοιποι μειδιούσαν από σπανίως έως καθόλου αναλογιζόμενοι μάλλον γιατί δεν κάθισαν σπίτι να δουν στο DVD το «Στρίγγλο που έγινε αρνάκι» με το Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Ετικέτες:

Τζέην Καλαμίτη

Η Τζέην Καλαμίτη γεννήθηκε στην Άγρια Δύση και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Γιατρός δεν την ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι. Από κοριτσάκι διακρίθηκε στο πέταγμα του λάσο, τη σκοποβολή και την κριτική θεάτρου, σε συνδυασμό με τα’ αλλά δύο. Συχνάζει στο σαλούν «Η γωνιά του πιστολέρο», ενώ όποτε ξεκλέβει χρόνο εκδράμει στα γραφικά «Τρία πέντε τουφέκια». Όνειρό της να στήσει μια ψησταριά για μερακλήδες και να χεστεί στο τάλιρο. ΥΓ. Αν δείτε το Λούκυ πείτε του ότι χαθήκαμε και να πάμε για καμιά μπίρα.
Powered by