Ρε Μιχάλη, γίνονται αυτά;..

Μιχάλης Σαρόπουλος: «Όταν είσαι προετοιμασμένος για τα πάντα, θα σου έρθουν τα πάντα»

Η αμήχανη στιγμή που βρίσκεσαι απέναντι σε έναν άνθρωπο, τον οποίο ξέρεις και πρέπει, να του κάνεις ερωτήσεις για τη ζωή του, τις δουλειές του και αν τελικά γίνονται αυτά..

Ο Μιχάλης Σαρόπουλος μου διέθεσε περισσότερες από δυο ώρες, για να μιλήσουμε για τις παραστάσεις του στο θέατρο Σοφούλη, με τίτλο «Γίνονται αυτά;;;;». Εκτός από την παράσταση, είπαμε για τα καράβια, το Νίκο Καββαδία, τον Άρη, τους φίλους του, την μπιρίμπα, το σεξ και φυσικά τη μεγάλη αγάπη και των δυο μας: το φαγητό.

Να αρχίσουμε από τα βασικά. Τελικά γίνονται αυτά;

Ε γίνονται…τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα. Θεωρώ ότι όλα γίνονται και όλα δε γίνονται. Είναι περισσότερο τι είσαι προετοιμασμένος και τι περιμένεις. Όταν είσαι προετοιμασμένος για τα πάντα, θα σου έρθουν τα πάντα. Όταν δεν είσαι προετοιμασμένος ακόμα και το παραμικρό, να σου συμβεί είναι λογικό να απορείς. 

Εσύ είσαι προετοιμασμένος;

Κανένας μας δεν είναι. Απλά αφήνεις πολύ μεγάλο περιθώριο αποδοχής. Και μας μένει η απορία υπό την έννοια ότι πάντα κάτι θα μας εκπλήξει. Κάτι δε θα το δεις να έρχεται. Και αυτό είναι, που κάνει τη ζωή διαφορετική. Την κάνει λίγο πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί άμα τα περιμένεις όλα βαριέσαι. Οπότε το απροσδόκιτο είναι και το πιο ενδιαφέρον.

Τι ακριβώς είναι αυτές οι τρεις παραστάσεις;

Είναι ψυχανάλυση! Πράγματα τα οποία λες, για να μην δίνεις 60 ευρώ σε ψυχιάτρους κάθε βδομάδα. Μπαίνω στη διαδικασία να πω πράγματα σε 5 ανθρώπους, έτσι όπως τα έχω βιώσει και περιμένω να δω, αν ζούνε κάτι αντίστοιχο. Αν είναι αμφίδρομο. Πιο πολύ το κάνω, για να δω αν υπάρχουν και άλλοι, που σκέφτονται έτσι ή αν εγώ πρέπει να παραδοθώ και να πω πως είμαι για μέσα. Όλοι το έχουμε σκεφτεί λίγο-πολύ. Ειδικά άμα τύχει καμιά φορά και τραγουδάς μόνο σου στο μπάνιο και πέφτει το νερό μέσα στο στόμα και βγάζεις μπουρμπουλήθρες και σκέφτεσαι «είμαι πολύ καλός» και συνεχίζεις. Άμα καμιά φορά εκεί που τρως κοιτάζεις γύρω σου και σε κοιτάνε και χαιρετάς. Εκεί κάπου το καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Είναι πράγματα, που τα ξανασκέφτεσαι πολλές φορές.

Πώς έφτασες στο stand up;

Δεν μπορώ να κάθομαι καθόλου. Επειδή κάνω πολύ καθιστική ζωή, εκτός από τις χιλιάδες ώρες γυμναστικής, που κάνουν οι άλλοι γύρω μου, κάνω καθιστική ζωή. Οπότε είπα να μπω σε μια διαδικασία ορθοστασίας, στα όρθια είναι καλά, λένε πολλές φορές στο χωριό μου και εγώ το υποστηρίζω. Ωστόσο θεωρώ πως το stand up είναι ένας τρόπος, για να βγάλεις κάποια πράγματα από μέσα σου. Και επειδή και η κατάσταση είναι λίγο περιπεπλεγμένη και σαν κοινωνία έχουμε κάποια ταμπού, τα οποία φοβόμαστε-ενδεχομένως-να τα παρουσιάσουμε, πιστεύω πως τα πιο σοβαρά πράγματα λέγονται με τον πιο αστείο τρόπο.

Στις παραστάσεις σου εκθέτεις κόσμο. Είναι όλοι φίλοι σου ή επιλέγεις και αγνώστους;

Στις πρώτες 2-3 παραστάσεις ήταν φίλοι, οι οποίοι απλά δεν το περίμεναν. Τώρα γίνεται με αγνώστους, που σίγουρα δεν το περιμένουν. Το δύσκολο είναι να ξέρεις μέχρι πού σε παίρνει. Να μην κάνεις τον άλλο να αισθανθεί αμήχανα και παράλληλα να του δώσεις τη δυνατότητα σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, να γελάσει την ώρα που τον κοιτάνε. Μπορείς να μάθεις πάρα πολλά πράγματα όταν βλέπεις τους άλλους, να χαμογελάνε. Φαίνεται και πού καβατζώνονται, πού είναι το χαμόγελο ψεύτικο, πού είναι ειλικρινές. Βάζοντας και τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία, βάζω και τους άλλους..όσο αντέχει ο καθένας και όσο τον παίρνει, το ψυχολογείς εκείνη την ώρα.

Έχουν δημιουργηθεί παρεξηγήσεις;

Στράβωσε το αγόρι μιας κοπέλας. Είχα βρει μέσα στην τσάντα της 4 διαφορετικά εσώρουχα. Το ένα από αυτά είχε τις δυο τρύπες για τα πόδια και ακόμα μια στη μέση, το ανοίγω μπροστά στον κόσμο και ρωτάω «αυτό τι είναι;» και μου απαντάει «εσώρουχο αυτοκινήτου» και της απάντησα ότι εγώ το πέρασα για εσώρουχο άντρα. Και την ώρα που λέει εσώρουχο αυτοκινήτου σηκώνει τα μάτια ο τύπος, που ήταν μαζί της και καθόταν κάτω και καταλαβαίνω ότι είναι το αγόρι της και στραβώνει. Στη συνέχεια πάω να ανοίξω ακόμα μια θήκη από την τσάντα της και μου κάνει νόημα με τα μάτια να μην την ανοίξω. Προσπάθησα να την ανοίξω και να δω τι είχε μέσα, αλλά δε θα την εκθέσω. Και όταν κατέβηκε κάτω της μίλησε σε έντονο ύφος το αγόρι της. Και λέω εκείνη την ώρα «δεν πειράζει, θα χωρίσετε κιόλας, ευχάριστα πράγματα». Όταν κατέβηκα κάτω μετά πήγα και του έδωσα το χέρι και του είπα «μην αγχώνεσαι» και μου λέει με πολύ στομφόδη τόνο «καλά την έκανες την π….α, καλά την έκανες, αυτά ήθελε, ξεφτιλίκια θέλουν.» Προσπάθησα να τον ηρεμήσω λέγοντάς τους «μην το βλέπεις έτσι, για σένα τα είχε». Αμήχανες στιγμές σίγουρα υπάρχουν και άλλες. Για παράδειγμα έχω βρει τάπερ με γεμιστά μέσα σε τσάντα, το οποία και δοκίμασα, αλλά ήταν ορφανά, ευτυχώς όμως είχαν τυρί μέσα. Περνάω ωραία εγώ εκείνη την ώρα. Τρώω κιόλας αν τύχει. Μου αρέσει. Περνάω καλά εγώ, βασικά, τώρα για τους άλλους..

Ένα από τα αγαπημένα σου θέματα στις παραστάσεις, είναι οι σχέσεις των ζευγαριών. Είναι όλες ιστορίες τύπου «όχι εγώ, ένας φίλος μου» ή είναι και δικές σου ιστορίες;

Αν πει κανείς πως δεν είναι βιώματα, μάλλον θα πει ψέμματα. Τα βιώματά του ο καθένας μπορεί, να τα περιγράψει πολύ καλύτερα και φυσικά τα μεγαλοποιείς, για να είναι και πιο αστεία. Αλλά από τη στιγμή που θα καταλάβεις ότι ο μεγαλύτερος εχθρός για μια γυναίκα είναι ο άντρας και εσείς οι γυναίκες συνεχίζετε, να βγαίνετε με άντρες. Καταλαβαίνει όποιος το παρακολουθεί πως είμαστε σε μια φάση συμβιβασμού. Γιατί μιλάμε για δυο εντελώς διαφορετικές υπάρξεις, που καταφέρνουμε να ζούμε στο ίδιο σπίτι, καταφέρνουν να βγούνε μαζί, να επικοινωνούμε. Είναι καθαρά τυχαίο το ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πολύ δύσκολο να μπορέσουν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά ένας άντρας και μια γυναίκα και αυτή είναι και η πεμπτουσία. Γιατί όταν θα τα καταφέρεις, λες εδώ γίναμε. Αλλά είναι πολύ δύσκολο. Θέλει πολύ προσπάθεια και από τις δυο πλευρές.

Ποιος από τους δυο κάνει τους μεγαλύτερους συμβιβασμούς;

Σε αυτό νομίζω οτι η λογική «εγώ την έχω πιο μεγάλη» δεν ταιριάζει καθόλου. Συμβιβασμούς κάνει πάντα όποιος ενδιαφέρεται. Άρα είσαι διατεθημένος να συμβιβαστείς όταν θέλεις να πολεμήσεις για αυτό που έχεις. Αυτός που δεν ενδιαφέρεται και δε μαλώνει και δεν κάνει υποχωρήσεις και δε βάζει νερό στο κρασί του. Μαλώνει όποιος έχει να χάσει κάτι, κάνει υποχωρήσεις όποιος θέλει να κρατήσει έναν άνθρωπο. Βέβαια υπάρχει και το άλλο επίπεδο, πέτα με στα βράχια, κόψε με κύβους Κάρολε, χτύπα με σαν το χταπόδι…είπαμε υποχωρήσεις να κάνεις μέχρι εκεί που η αυτοεκτίμησή σου δε θα αρχίσει να ταλαιπωρείται.

Πώς συνδυάζεις το υπόλοιπο κομμάτι της επαγγελματικής σου δραστηριότητας (ο Μιχάλης είναι δημοσιογράφος στην εφημερίδα Arena Press και ραδιοφωνικός παραγωγός στον Arena FM) με το stand up;

Δεδομένου ότι η κατάσταση στον Άρη, είναι πολύ κοντά στο stand up drama και όχι stand up comedy, με την ταλαιπωρία που υφίσταται και ο κόσμος και η ομάδα, προσπαθώ αυτά τα δυο πράγματα να τα έχω αποσαφηνισμένα στο μυαλό μου. Ωστόσο, στο stand up χρησιμοποιώ πολλά κομμάτια αθλητικά και πολύ stand up το χρησιμοποιώ μέσα στη δουλειά, γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος, για να εκτονώνεται ένα εργασιακό περιβάλλον. Πολλές φορές, βέβαια, αυτό σημαίνει ότι θα πάω να καθίσω μόνος μου σε μια αίθουσα, γιατί θα με βρίζουν οι υπόλοιποι. Απλά η δουλειά είναι δουλειά και το sand up κάτι άλλο. Και τα δυο είναι πολύ διαχωρισμένα στο μυαλό μου και όταν τα μπλέξεις εκεί που δεν πρέπει δε θα είσαι καλός σε τίποτα.

Ο Νίκος Καββαδίας τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;

Σε ηλικία 17,5 χρονών δίνω πανελλήνιες. Όλοι διαβάζανε και εγώ δεν πατούσα στα μαθήματα. Η μάνα μου ανησυχεί αν θα περάσω την α’ και β’ Λυκείου-κάνω το θαύμα και περνάω-και στη γ’ Λυκείου αποφασίζει, να στείλει κάποιον άλλο στο σχολείο να δει αν πέρασα. Εγώ είχα περάσει και είχα και μηδενικό άγχος. Δίνω εξετάσεις, για να περάσω Ιστορία/Αρχαιολογία, πέρασα από έξω αρκετές φορές βέβαια, έχει πολύ ωραίες κοπέλες στο πρώτο έτος, στο τέταρτο έτος κάτι γίνεται εκεί. Αποφασίζω ότι δεν πρέπει, να περάσω σε άλλη πόλη. Αλλά πρέπει να κάνω κάτι, και έτσι πάω στη σχολή Εμποροπλοιάρχων. Ξεκινάω και εγώ για τη Μηχανιώνα. Πριν φύγω ένας πολύ καλός φίλος μου έδωσε μια κασέτα με Νίκο Καββαδία. Μετά το πρώτο εξάμηνο, αν είχες περάσει 4 μαθήματα, έπρεπε να φύγεις στο καράβι. Ακόμα και εκεί είχα περάσει 4 μαθήματα. Κατέβηκα στην Αθήνα, σε μια ναυτιλιακή εταιρία, στον Ωνάση. Έχω γυρίσει όλο το Παλαιό Φάληρο-την μοναδική περιοχή από την Αθήνα που είναι καλή γιατί συνδυάζει βουνό, θάλασσα, δεντράκια (;!). Κάθομαι σε ένα γραφείο στη και μου λέει ο πληρωματάς, να περιμένω και θα τα πούμε. Έφτασε μεσημέρι, με ξέχασαν μάλλον, βλέπω έναν τύπο να κατεβαίνει κάτω και τον ρωτάω «Εγώ τι θα κάνω; Θα κλείσετε;», με ρώτησε ποιος είμαι και πόσο χρονών είμαι. Του απάντησα. Μιλάμε για λίγο και του λέω ότι θέλω να φύγω. Και πράγματι μετά από λίγες μέρες έφυγα, με καράβι του Ωνάση. Πολύ διαφορετική εμπειρία. Πολύ πιτσιρικάς, πολύ γράσο στα μάτια, όταν έφυγα ήμουνα κουτάβι και γύρισα δεινόσαυρος (και στα κιλά, φυσικά). Πολλές προσλαμβάνουσες, πολλές διαφορετικές περιπτώσεις, πολύ γέλιο, πολύ δουλειά.

Μέσα στο καράβι είναι λίγο περίεργα τα πράγματα. Αναπτύξαμε καλές σχέσεις με τον κόσμο. Ήταν καράβι ελληνικής σημαίας. Τα ανώτερα πληρώματα ήταν ελληνικά. Σε ένα κωλόμπαρο στη Χιλή άκουσα μπαίνοντας, το «Δεν με ρίχνεις τώρα πια» του Πρόδρομου και έπαθα πολιτισμικό σοκ. Είναι μια αλυσίδα με κωλόμπαρα στη Λατινική Αμερική, τα οποία λέγονται «Βίκινγκς» και μπαίνουμε μέσα και παίζει Πρόδρομο! Και λέω από μέσα μου γίναμε, θα βγει σε λίγο και ο Τσάκας από μέσα και θα πλένει πιάτα (!).

Πιστεύω ότι με βοήθησε πολύ το καράβι. Μια πολύ δύσκολη δουλειά, γιατί μένεις στο χώρο που εργάζεσαι. Και αυτό δεν πληρώνεται. Το ταξίδι ήταν 6 μήνες και 17 ημέρες. Πήρα το πλοίο από τον κόλπο του Μεξικό, Νιγηρία, Βραζιλία, Νιγηρία, Βραζιλία, ξανά Νιγηρία, Βραζιλία, Χιλή, Βενεζουέλα, Ολλανδικές Αντίλλες, Φιλαδέλφεια, Βραζιλία και ξεμπαρκάρισμα. Σα να κάνεις Μενεμένη-Κέντρο 3-4 φορές. Με το που γύρισα εδώ πρέπει, να είχα στο μυαλό μου ότι θα κάνω σύμβαση με ένα μπουγατσατζίδικο, στο οποίο πρέπει να του πλήρωσα όλη την ανακαίνιση. Κάθε πρωί μπουγάτσα φουλ-γενικά μου άνοιξε η όρεξη για πολλά πράγματα. Πολύ έξω, άρχισα να μην πηγαίνω στη σχολή. Κάποια στιγμή, επειδή οι παρουσίες ήταν υποχρεωτικές, έφτασα στο σημείο όλοι το καλοκαίρι να είναι φευγάτοι και εγώ να είμαι στην εμποροπλοιάρχων. Ρωτούσαν «Σαρόπουλος;» και απαντούσε μια φωνή «πάντα εδώ». Σε κατάσταση τραγική, είχα αρχίσει να κουράζω τον εαυτό μου.

Και εφόσον δεν ξαναέφυγα-και επειδή είχα φτάσει 22 χρονών-είπα ότι κάτι πρέπει να κάνω για τη ζωή μου και να πιάσει τόπο. Και μετά δημοσιογραφία. Με συγκλόνιζε το ραδιόφωνο από πιτσιρικά. Άκουγα πάρα πολύ ραδιόφωνο, ειδικά το πρωί. Με Ασλαμά και Παπαδόπουλο μεγαλώσαμε. Τους είχα πάρει τηλέφωνο και από τη Βραζιλία. Πρώτα ξεκίνησα με site, μετά εφημερίδα, και ευτυχώς γρήγορα ήρθε και το ραδιόφωνο. Και μετά το ένα έφερε το άλλο. Και τώρα σταθερά εφημερίδα και ραδιόφωνο.

Ήρθε η ώρα να μας μιλήσεις για τη μεγάλη αγάπη της ζωής σου, το φαγητό.

Το φαγητό είναι ένα όνειρο. Ποτέ το φαγητό δεν μπορεί, να γίνει τόσο τέλειο όσο το περιμένεις. Είναι η διαδικασία του να φας. Και δεν είναι τόσο στο να φας ένα καλό πιάτο, για παράδειγμα μια μπριζόλα medium, με το αιματάκι της, ζουμερή, με τις πατατούλες τις baby, με μουστάρδα και μια καλή μπύρα ή αν είσαι στο χωριό μια παγωμένη από μήνες coca cola. Είναι ένα έπος!

Αλλά είναι και η διαδικασία πώς θα το φτιάξεις πρώτα από όλα στο μυαλό σου. Υπάρχουν στιγμές, που σου έρχεται η σιελόρροια μόνο που σκέφτεσαι ότι θα φας. Βέβαια, για μένα αυτό είναι η καθημερινότητά μου. Τι ώρα θα γυρίσουμε σπίτι να φάμε. Θεωρώ ότι είναι μέσα στις τρεις σημαντικότερες απολαύσεις της ζωής. Και καθόλου υπερεκτιμημένη. Θα έλεγα ότι είναι και υποτιμημένη, μάλιστα. Και το καλό φαγητό δεν περιέχει μόνο το να φας. Εμπεριέχει και το να το βρεις, να φας και φόλα, να πας σε μαγαζί και να πρέπει να φας ψιλοκομμένο ή να σου πουν ότι το σκορδοστούμπι τελείωσε..Όχι! Κλείστε το! Κάντε το ψιλικατζίδικο! Πρέπει να το ψάξεις, να βρεις πού είναι η καλύτερη παντσέτα, να βρεις πού έχει το μεγαλύτερο νύχι αυτός που κόβει τις παντσέτες. Θέλει δουλειά!

Επίσης πολύ σημαντική είναι η παρέα. Μπορείς να καθίσεις να φας μια πιπεριά καυτερή, με ψωμί και ένα σκουμπρί, όλο το μεσημέρι,μαζί με τσίπουρο..και να είσαι εκεί μέχρι το βράδυ. Γιατί απλά θα έχεις, να μοιράζεσαι πράγματα. Όπως σε όλα τα ωραία πράγματα, χρειάζονται δύο ή και περισσότεροι για να γίνουν, έτσι είναι και για το φαγητό. Το καλό φαγητό και η καλή μπιρίμπα. Γιατί μόνος σου δεν μπορείς να παίξεις μπιρίμπα! Έτσι είναι και το σεξ. Όλα θέλουν καλή παρέα. Το σεξ είναι περισσότερο σαν τη μπιρίμπα, όπως έχει πει και ένας σπουδαίος του οποίου το όνομα μου διαφεύγει τώρα,  γιατί ή θα έχεις καλό χέρι ή θα έχεις καλό ταίρι. Όλα τα πράγματα θέλουν επικοινωνία.

Ποια είναι τα καλύτερα μαγαζιά στην πόλη για φαγητό;

  • Για φαγητό με μια κοπέλα, που θέλεις να το παίξεις και λίγο ιστορία. Να την πας κάπου και να νιώσει ότι την σκέφτεσαι περισσότερο και να περάσεις και το χέρι πίσω από την πλάτη της. Να πιεις ένα καλό κρασί..θα την πήγαινα στη «Μαρίδα», στην Αρετσού. Πολύ καλή τσιπούρα πελαγίσια και έχει και όλο το κουβεντολόι. Θα έρθει ο Πάνος από μέσα και με το που με δει με μια κοπέλα, ξέρει από πριν τι θα φέρει. Θα του πω και εγώ αν είναι για κάτι καλό και θα κάνει ένα αντίστοιχο γεύμα. Ο Πάνος ξέρει! Από την άλλη, είναι και τα παιδιά που με στηρίζουν όλο αυτό το διάστημα και για αυτό τους επιλέγω και εγώ.
  • Για βράδυ, για να συνδυάσω και φαγητό και έξοδο μαζί, μια σταθερή επιλογή είναι το «Μέθεξις». Θα πάω γιατί μου αρέσει το φαγητό, αλλά μου αρέσει πιο πολύ και το κλίμα. Θα πάμε, θα δούμε και πέντε ανθρώπους, θα πεις και δέκα χαζομάρες, θα νιώσεις πιο άνετα.
  • Εκεί που θα πάω μόνος μου να καθίσω, είναι στο «Βάσια» στην παντσέτα. Θα πάρω ότι θέλω και θα πάω μετά στην παραλία. Και από -10°C μέχρι 50°C, θα έχει οπωσδήποτε μπούκοβο και θα πάω, να αράξω κάτω με τα σάντουιτς μου στο χέρι.
  • Και φυσικά ο «Κουκλουτζάς» στον Εύοσμο. Είναι πατσατζίδικο. Είναι η Μέκκα του πατσά! Κανονικά θα έπρεπε, να μπαίνουμε μέσα και να κάνουμε το σταυρό μας, που υπάρχει αυτό το μαγαζί. Αυτά τα τέσσερα μαγαζιά νομίζω ότι είναι για μένα τα καλύτερα, οπωσδήποτε να τα δοκιμάσεις!

Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω αυτό που λένε, τη μαμά μου, το μπαμπά μου..Σίγουρα είναι πολύ σημαντικό, να υπάρχουν άνθρωποι, που σε στηρίζουν. Γενικά σκέφτεσαι ότι είναι πολύ δήθεν αυτό-που ευχαριστούν τον κόσμο-αλλά έχουμε ξεκινήσει όλη αυτή τη διαδικασία με δυο παιδιά ακόμα, με τους οποίους είμαστε μια ομάδα και κολλητοί στην ίδια παρέα. Και πρέπει να πω για τους Δημήτρη Μουτίδη και Στέφανο Σκαρλακίδη. Οι οποίοι πριν σκεφτώ κάτι εγώ, το κάνουν αυτοί. Σε πολλά πράγματα. Με στηρίζουν πάρα πολύ και στην προσωπική μου ζωή. Ουσιαστικά, είναι σάκοι του μποξ. Ό,τι και να γίνει είναι οι κυματοθραύστες μου, έχουν ακούσει τρομερά πράγματα. Επίσης η μάνα μου, η οποία είναι ηρωίδα, θα πρέπει να την κάνουν άγαλμα κάποια στιγμή. Όλοι οι άνθρωποι που είναι κοντά μου. Είναι πολύ σημαντικό στη ζωή, όταν θα πάρεις αγάπη, θα δώσεις και αγάπη. Και πρέπει να μείνει στο μυαλό μας ότι γίνονται πράγματα και αν δεν ονειρευτείς κάτι δεν πρόκειται να γίνει κάτι. Και τελικά γίνονται αυτά..

*Ευχαριστούμε το «Σάρωθρον» και την Ελένη που την ταλαιπωρήσαμε με τους περίεργους καφέδες μας.

*Photos: CHOO6400 crew

Ετικέτες:

Trackback από το site σας.

Σοφή Κουκουβάγια

Η Σοφή Κουκουβάγια ξέρει τα πάντα και είναι νυχτοπούλι. Βέβαια αν την αφήσεις ήσυχη μπορεί να κοιμηθεί οπουδήποτε ακόμα και μέσα στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε ακόμα Μετρό. Γεννήθηκε στο εξωτικό και κοσμοπολίτικο Πανόραμα. Μεγάλωσε ανάμεσα στη Νέα Κρήνη και τη Νέα Παραλία. Κυκλοφορεί με τροφή για αδέσποτα στην τσάντα της. Ξυπνάει πολύ πρωί για να λέει έρευνες στο ραδιόφωνο, τρώει παγωτό όλο το χρόνο, από το Φεβρουάριο και μετά θέλει να κυκλοφορεί με μαγιό, είναι Ηρακλής, πιστεύει ότι το βόλεϊ είναι βαθύτατα φροϋδικό άθλημα γιατί δεν υπάρχει σωματική επαφή και επαγγελματικό της όνειρο είναι να γράφει στο Cosmopolitan. Ελπίζει ο άντρας της ζωής της να της κάνει πρόταση γάμου πάνω από μια μερίδα σουτζουκάκια.

Αφήστε ένα σχόλιο

Πρέπει να είστε συνδεδεμένοι σε για να δημοσιεύσετε ένα σχόλιο.
Powered by