Mein Kampf, Vol. 1&2

Ένας λαός αντιμέτωπος με το παρελθόν του.

Έξι καθημερινοί άνθρωποι, τρεις δικηγόροι, ένας βιβλιοδέτης, ένας μεταφραστής μπράιγ και ένας ράπερ συζητούν για το γνωστότερο πόνημα του εθνικοσοσιαλισμού, το «ο Αγών μου» του Αδόλφου Χίτλερ με αφορμή τη συμπλήρωση 70 χρόνων από το θάνατο του τελευταίου και την εκπνοή των πνευματικών δικαιωμάτων, γεγονός που επιτρέπει την επανέκδοση του, μέχρι πρότινος απαγορευμένου στη Γερμανία, έργου. Αναμνήσεις, κρίσεις και σκέψεις γύρω από ένα έργο που όλοι γνωρίζουμε, αλλά ελάχιστοι έχουμε διαβάσει.

&nbsp &nbsp

Οι Rimini Protokoll δημιουργήθηκαν το ‘94 εγκαινιάζοντας ένα νέο και πρωτότυπο είδος, το θέατρο-ντοκουμέντο, ένα μείγμα ντοκιμαντέρ, πάνελ ειδικών και φιλικής κουβέντας στο οποίο λαμβάνουν μέρος άτομα εξειδικευμένα στον τομέα τους, που δεν έχουν σπουδάσει υποκριτική, όμως κατορθώνουν, χάρη στη σκηνοθετική καθοδήγηση της Helgard Haug και του Daniel Wetzel, δύο εκ των ιδρυτικών μελών της ομάδας, να αποκτήσουν ένα αέρα θεατρικότητας που εξισορροπεί τη σκηνική απειρία των συμμετεχόντων και τους επιτρέπει να ανατρέξουν σε εικόνες, πρόσωπα και πράγματα της επιστήμης τους, αλλά κυρίως της προσωπικής τους ζωής και εμπειρίας.

Μια μεταλλική κατασκευή πολλαπλών χρήσεων και όψεων γεμάτη αντίτυπα του υπό εξέταση βιβλίου, βινύλια με ομιλίες του Χίτλερ, μια προτομή του Μάο, μια κονσόλα για το μουσικό της παράστασης, μικρές ηλεκτρονικές οθόνες, ανοίγματα και ανοιγοκλεινόμενα δάπεδα για τους πρωταγωνιστές μας. Στο προσκήνιο, στα αριστερά ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με δώρα τριγύρω και μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που παίζει τη δίκη του Άιχμαν, του αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος. Τίποτα δεν είναι τυχαία τοποθετημένο. Ο κατήγορος του συνταγματάρχη των SS, ο Γενικός Εισαγγελέας του Ισραήλ Gideon Hausner, αποτέλεσε το πρότυπο του Ισραηλινού γερμανικής καταγωγής δικηγόρου Αλόν, ενός ιδιότυπου ανθρώπου που βρήκε στο βιβλίο αυτό μια πηγή έμπνευσης και ανέπτυξε μια σχεδόν εμμονική σχέση μαζί του φέρνοντας συχνά σε δύσκολη θέση τους γύρω του.

Η γιορτινή ατμόσφαιρα είναι η αφορμή για να θυμηθεί η Σιμπύλλα, δικηγόρος και κόρη πάστορα, το χριστουγεννιάτικο δώρο που είχε προσφέρει στους γονείς της όταν ήταν 14 χρονών, μια κριτική ανάλυση του «Ο Αγών μου». Μετριοπαθής αριστερή η ίδια θα δει τη μεγαλύτερη αδελφή της να εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι και να γίνεται μέλος της RAF, χάριν της ιδέας της επανάστασης, αλλά και για να διαφοροποιηθεί από την οικογένεια της που δεν αντέδρασε στο ναζιστικό καθεστώς.

Ο Κρίστιαν, εκ γενετής τυφλός, έχει έρθει σε επαφή με τη ναζιστική ιδεολογία μόνο μέσω ακουστικού υλικού που μοιράζεται μαζί μας, ενώ αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή διαβάζοντας απευθείας αποσπάσματα από ένα από τα 500 αντίτυπα που είχαν εκδοθεί τη δεκαετία του ’30 σε σύστημα μπράιγ. Ιχνηλατώντας το με το χέρι θα καταλάβει για πρώτη φορά στη ζωή του πως είναι μια σβάστικα. Ο Ματτίας, βιβλιοδέτης στη βιβλιοθήκη της Βαϊμάρης, απόγονος ναζί που μεταπολεμικά «ξεπλύθηκαν» και βγήκαν καθαροί στην κοινωνία, ένας άνθρωπος που η ζωή του περιστρέφεται γύρω από τα βιβλία. Η Άννα, δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η νεότερη σε ηλικία, μέλος γνωμοδοτικής επιτροπής του δικηγορικού συλλόγου της Βαυαρίας σχετικά με τη δυνατότητα ή μη παρεμπόδισης της επανέκδοσης του βιβλίου. Ο Βολκάν, τουρκικής καταγωγής, γεννημένος στη Γερμανία, ράπερ που πολεμά με ρίμες το ρατσισμό και τη ξενοφοβία. Τέλος, η Ασπασία, η ελληνίδα καθηγήτρια γερμανικών που μεταφράζει τα αυτοσχεδιαστικά μέρη της παράστασης και φυσικά παίρνει και η ίδια μέρος σ’ αυτά.

Ιστορίες, προσωπικές εξομολογήσεις, οι γνώμες των συμμετεχόντων πάνω σε ερωτήματα όπως η επικινδυνότητα του αναγνώσματος ή ποιος θα ήταν ο ήχος του, η γερμανική νομοθεσία και η ποινική απαγόρευση της υποκίνησης σε μίσος και πως αυτή συμβιβάζεται με την από σκηνής ανάγνωση αποσπασμάτων του έργου, η κατασκευή του εχθρού-αλλού από τους Εβραίους ως τους Τούρκους και τους Άραβες, η αισθητική, φιλολογική και φιλοσοφική αξία ή απαξία του βιβλίου, το αναπόφευκτο ερώτημα «τι κάνατε στον πόλεμο μαμά και μπαμπά;», μια συλλογή από εκδόσεις του έργου από όλο τον κόσμο, η αναζήτηση της πρώτης ελληνικής έκδοσής του στο Μοναστηράκι, μια σύντομη αναφορά στα καθ’ημάς, στη Χ.Α. και στον Πλεύρη κι ένα μικρό επιτόπιο γκάλοπ για το πόσοι από το κοινό έχουν διαβάσει ή έστω κρατήσει το βιβλίο με τη συνδρομή της Ελληνίδας μεταφράστριας (απειροελάχιστοι).

Στόχο έχει να καλλιεργήσει την οικειότητα τόσο μεταξύ εκείνων που βρίσκονται πάνω στη σκηνή, όσο και ανάμεσα σε μας, τους από κάτω, και σ’ αυτούς.

Κι όλα αυτά δοσμένα μέσα από ένα θεατρικό παιχνίδι, που στόχο έχει να καλλιεργήσει την οικειότητα τόσο μεταξύ εκείνων που βρίσκονται πάνω στη σκηνή, όσο και ανάμεσα σε μας, τους από κάτω, και σ’ αυτούς.

Οι θεατές παρακολουθούν έναν προσχεδιασμένο, προφανώς, διάλογο που εναλλάσσει τα άβολα και τραγικά σημεία με αστεία και πειράγματα, διανθισμένο με βίντεο και μουσική δια χειρός Βολκάν και Ασπασίας (τα καθήκοντά της επεκτείνονται και εκτός του τομέα της ειδικότητάς της), ενώ ο τίτλος της κάθε ενότητας δίνεται επί τόπου μέσα από ένα παιχνίδι λέξεων με αφετηρία ένα τυχαίο γράμμα της αλφαβήτου.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, θυμίζοντας άλλοτε ερασιτεχνική παράσταση και άλλοτε συνέντευξη ή καταγραφή μαρτυρίας στα πλαίσια ντοκιμαντέρ ή κοινωνιολογικής μελέτης, ακόμα και ομιλία TEDx (με ό,τι συνεπάγεται αυτό). Είναι εμφανές πως οι συμμετέχοντες έρχονται σε επαφή με το πιο τραυματικό κομμάτι της ιστορίας τους, μια πηγή ντροπής και ενοχών που ποτίζει μια ολόκληρη χώρα και κάθε σπίτι χωριστά και αντιμετωπίζουν την παρουσία τους στη σκηνή και το μεταξύ τους διάλογο σα μια ευκαιρία κάθαρσης αφενός και μια προσπάθεια ανίχνευσης της πιθανής επιρροής ενός εφιαλτικού παρελθόντος σε ένα αβέβαιο μέλλον αφετέρου.

Η ανατύπωση του βιβλίου στη Γερμανία θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου ή είναι απλώς κάτι το αναπόφευκτο σε μια δημοκρατική κοινωνία; Άλλωστε, και οι σύμμαχοι το 1945 κατέσχεσαν μόνο τα αντίτυπα που βρίσκονταν σε βιβλιοπωλεία και δημόσιες βιβλιοθήκες, εξαιρώντας τα ιδιωτικά, με αποτέλεσμα σήμερα οι παλαιότερες εκδόσεις να είναι διαθέσιμες σε όποιον το επιθυμεί, ενώ υπάρχει πλέον και το ίντερνετ.

Και μην ξεχνάμε πως έχουν γραφτεί και άλλα πολλά ανάλογα πονήματα με εκσυγχρονισμένο περιεχόμενο προσαρμοσμένο στις τρέχουσες ανάγκες ιδεολογικής αποχαύνωσης στις τάξεις των νεοναζί.

Η ανατύπωση του βιβλίου στη Γερμανία θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου ή είναι απλώς κάτι το αναπόφευκτο σε μια δημοκρατική κοινωνία;

Το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, θυμίζοντας άλλοτε ερασιτεχνική παράσταση και άλλοτε συνέντευξη ή καταγραφή μαρτυρίας στα πλαίσια ντοκιμαντέρ ή κοινωνιολογικής μελέτης, ακόμα και ομιλία TEDx (με ό,τι συνεπάγεται αυτό). Είναι εμφανές πως οι συμμετέχοντες έρχονται σε επαφή με το πιο τραυματικό κομμάτι της ιστορίας τους, μια πηγή ντροπής και ενοχών που ποτίζει μια ολόκληρη χώρα και κάθε σπίτι χωριστά και αντιμετωπίζουν την παρουσία τους στη σκηνή και το μεταξύ τους διάλογο σα μια ευκαιρία κάθαρσης αφενός και μια προσπάθεια ανίχνευσης της πιθανής επιρροής ενός εφιαλτικού παρελθόντος σε ένα αβέβαιο μέλλον αφετέρου. Η ανατύπωση του βιβλίου στη Γερμανία θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου ή είναι απλώς κάτι το αναπόφευκτο σε μια δημοκρατική κοινωνία; Άλλωστε, και οι σύμμαχοι το 1945 κατέσχεσαν μόνο τα αντίτυπα που βρίσκονταν σε βιβλιοπωλεία και δημόσιες βιβλιοθήκες, εξαιρώντας τα ιδιωτικά, με αποτέλεσμα σήμερα οι παλαιότερες εκδόσεις να είναι διαθέσιμες σε όποιον το επιθυμεί, ενώ υπάρχει πλέον και το ίντερνετ. Και μην ξεχνάμε πως έχουν γραφτεί και άλλα πολλά ανάλογα πονήματα με εκσυγχρονισμένο περιεχόμενο προσαρμοσμένο στις τρέχουσες ανάγκες ιδεολογικής αποχαύνωσης στις τάξεις των νεοναζί.

Η παραπάνω θεματολογία, αν και μας απασχολεί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν ερευνάται σε βάθος, μένοντας σε επιφανειακά και γενικώς αποδεκτά συμπεράσματα που δεν κομίζουν γλαύκα ες Αθήνας, προτιμώντας να κολυμπήσει στα ρηχά, τουλάχιστον από ιστορικής και πολιτικής απόψεως. Παράλληλα, η παράσταση χαρακτηρίζεται από μια επιμονή στην πολιτική ορθότητα, με την έννοια ότι σε κανένα σημείο δε θίγει τις καθεστηκυίες αντιλήψεις για το έργο, καθώς είναι ευθύς εξαρχής αντιληπτό πως όλοι οι συμμετέχοντες το θεωρούν καταδικαστέο, ενώ ο μόνος που φαίνεται να παίζει, έστω και λίγο, το συνήγορο του διαβόλου και να προκαλεί το κοινό είναι ο Αλόν, που παρότι εβραίος δείχνει να είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται την προπαγανδιστική δύναμη του βιβλίου και τη γοητεία που εξέπεμπε στις μάζες, πράγμα που ιντριγκάρει το κοινό, επιτρέποντας, όμως, στους υπόλοιπους συντελεστές να παίζουν εκ του ασφαλούς. Η μετριοπάθεια αυτή διαφαίνεται και στις σύντομες αναφορές στην αριστερά, ιδίως την επαναστατική, από τις οποίες προκύπτει μια κάποια συμπάθεια προς το μαρξισμό, η οποία έχει ως όριο το σεβασμό του κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας. Πολύ περιορισμένη είναι και η αναφορά στις κοινωνικές και οικονομικές αιτίες του ναζισμού και του νεοναζισμού, παρότι καθίσταται σαφές πως δεν είναι απαραίτητη η ανάγνωση του βιβλίου για να γίνει κάποιος ναζί, ενώ σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, όπως αυτή του παππού της Άννα, μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Η παράσταση κλείνει με το αποχαιρετιστήριο γράμμα της αδελφής της Σιμπύλλα πριν φύγει οριστικά για να ενταχθεί στις γραμμές της RAF. Εκεί, χρησιμοποιώντας μια μαοϊκή ρήση εκφράζει την επιθυμία της να θυσιαστεί για κάτι μεγάλο σε αντίθεση με τους δικούς της, που συνέπλευσαν με το ναζισμό χωρίς αντίδραση παρά τις διαφωνίες τους. Η ερμηνεία που δίνεται στη φράση είναι πως η δική της ζωή αξίζει περισσότερο από των γονιών της, με τη Σιμπύλλα να αντικρούει τονίζοντας πως δε μπαίνει στη διαδικασία να ζυγίσει τις ανθρώπινες ζωές. Το σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικό της λογικής που διαπερνά όλο το εγχείρημα, μιας φιλελεύθερης και δημοκρατικής αντίληψης για την ανθρώπινη αξία, τα δικαιώματα και την κοινωνική συνύπαρξη που προσπαθεί να αποφύγει τις ακρότητες και να συμβιβάσει τις αντιθέσεις, φροντίζοντας να λειάνει τις επικίνδυνες αιχμές και να συμφιλιώσει τις νεότερες γενιές με ένα παρελθόν- ταμπού.

Παρά τις όποιες ενστάσεις, ένα πράγμα μπορώ να πω με σιγουριά: θέλω να διαβάσω το «Ο Αγών μου». Ή έστω να το ξεφυλλίσω αν το βρω απίστευτα ανόητο ή βαρετό. Ένα βιβλίο δεν είναι το jumanji, δεν κινδυνεύεις να σε καταπιεί στο δικό του κόσμο, εκτός κι αν το θες ή το έχεις ανάγκη. Σε τελευταία ανάλυση η επιλογή είναι δική μας. Κι αυτή η διαπίστωση, η τόσο κοινότυπη και χιλιοειπωμένη, είναι και η μεγαλύτερη συνεισφορά των Rimini Protokoll, γιατί καμιά φορά πρέπει να υπενθυμίζεις στον κόσμο το αυτονόητο: να μελετά απευθείας από την πηγή, χωρίς ενδιάμεσους, ακόμα κι εκεί που εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού.

Ετικέτες:

Τζέην Καλαμίτη

Η Τζέην Καλαμίτη γεννήθηκε στην Άγρια Δύση και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Γιατρός δεν την ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι. Από κοριτσάκι διακρίθηκε στο πέταγμα του λάσο, τη σκοποβολή και την κριτική θεάτρου, σε συνδυασμό με τα’ αλλά δύο. Συχνάζει στο σαλούν «Η γωνιά του πιστολέρο», ενώ όποτε ξεκλέβει χρόνο εκδράμει στα γραφικά «Τρία πέντε τουφέκια». Όνειρό της να στήσει μια ψησταριά για μερακλήδες και να χεστεί στο τάλιρο. ΥΓ. Αν δείτε το Λούκυ πείτε του ότι χαθήκαμε και να πάμε για καμιά μπίρα.
Powered by