Ισιδώρα Μπουζιούρη, σα να λέμε..

Είμαι η Ισιδώρα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα κάπου ανάμεσα Μπραχάμι και Καλαμάκι. Ως νήπιο αφηγούμουν τον Παπουτσωμένο Γάτο σε οικογενειακές βεγγέρες. Στο σχολείο η κ. Ρουμπίνη με έβαζε να τραγουδάω και να παίζω θέατρο κι από τότε δε σταμάτησα. Στο Ωδείο ο θεότρελα υπέροχος κύριος Τάκης μου έμαθε τι είναι μουσική κι ας μην πήρα πτυχίο στο βιολί. Αγάπησα πολύ τη μουσική και το θέατρο, με έμαθαν να κατανοώ και να αγαπώ τον περιβάλλοντα κόσμο, το «άλλο». Τα σπούδασα όσο μου κρατούσαν το ενδιαφέρον (είναι πολλά τα πτυχία που περιμένουν οι γονείς μου να κρεμάσουν) και τώρα θέλω να πιστεύω ότι δημιουργώ.

Coup de Foudre, σα να λέμε… Με απασχολούσε για καιρό μια άμεση μουσικοθεατρική φόρμα. Υποκριτικά δεν πιστεύω πολύ σ’ αυτό που λέμε τέταρτο τοίχο. Μου φαίνεται απείρως πιο ενδιαφέρον σκηνικά το να μπορεί η σκηνή, να κοιτάει την πλατεία στα μάτια και τούμπαλιν. Η μουσική είναι μια κιβωτός αισθημάτων και συμβολισμών, που δύσκολα μπορώ να αφήσω έξω απ’ τη δουλειά μου. Άλλωστε, αναπνέω τραγουδώντας. Μετά από κάποιες αποτυχημένες απόπειρες να κάνω κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, οι συνθήκες καρποφορούν εδώ. Coup de Foudre είναι σαν να λέμε ο κεραυνοβόλος έρωτας.

Είναι μια παράσταση για την αγάπη, τον έρωτα και την καύλα με την φόρα και την ατμόσφαιρα του κεραυνού. Coup σημαίνει και πραξικόπημα: είναι μια επιβεβλημένη εξουσία ο έρωτας -ευλογημένη όμως- που όσο και να αντισταθείς, θα σου επιβληθεί. Παραδώσου. Όσο περισσότερο απολαύσεις την ξεφτίλα του να είσαι ερωτευμένος, όμως, τόσο περισσότερο χώρο δίνεις στην αγάπη. Προσοχή! Μην παραδίνεστε σε άλλες εξουσίες!

Η μουσική δεν είναι ούτε διάλειμμα, ούτε μέρος της δράσης. Είναι αντικατοπτρισμός της αφήγησης προς μια άλλη κατεύθυνση από αυτήν, που μόλις φωτίστηκε. Είναι σαν τα τραγούδια να ανοίγουν την αφήγηση σε μια άλλη πιθανότητα.

Τι ρεπερτόριο περιλαμβάνει; Ωχ, δεν ήμουν ποτέ καλή σ’ αυτές τις διακρίσεις, δε με αφορούσαν πολύ. Ο ήχος μας είναι κλασικός τζαζ, το ρεπερτόριο στο μεγαλύτερο βαθμό είναι σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα με φανκ/σόουλ/μπλουζ προεκτάσεις και μια αναπόφευκτα γαλλική νότα.

Πες μας για τους συνεργάτες σου.. Με σειρά εμφάνισης (στη ζωή μου): Ο Κωστής Βρεττός κι ο Βασίλης Μητράκας είναι οι δυο τρελοί μου παραγωγοί, δεν θα τολμούσα να το ξεκινήσω αυτό χωρίς αυτούς ούτε θα μπορούσε, να πραγματοποιηθεί με αυτές τις συνθήκες. Γνώρισα τη Lisa VilaMill στο 24h Plays Scotland, μια διοργάνωση που έφερε κοντά 32 συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς και σκηνογράφους, που χωρίστηκαν σε 5 ομάδες και ανέβασαν 5 μονόπρακτα σε 24 ώρες. Είναι υπέροχη συγγραφέας, φέρει όλη αυτήν την ειλικρίνεια και την αμεσότητα του αμερικανικού ρεαλιστικού θεάτρου με ένα εξαιρετικά σουρεαλιστικό, πικρό χιούμορ που θυμίζει Μπέκετ ή Πίντερ. Σημειώστε το όνομά της! Της μετέφρασα κάποιες ιδέες για τις παραστάσεις, που είχα αρχίσει, να δουλεύω στην Ελλάδα, της είπα κάποιες ιστορίες της ζωής μου και έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο. Τώρα θα ανέβει η συντετμημένη του μορφή. Τον Chris Greive και τους Fraser Urquhart τους γνώρισα ψάχνοντας μουσικούς για την συγκεκριμένη παράσταση. Ο Chris ενορχηστρώνει και παίζει τρομπόνι για την Εθνική Ορχήστρα Τζαζ της Σκωτίας κι ο Fraser είναι ένας εξαιρετικός ανερχόμενος πιανίστας, εξαιρετικά πιστός στο κλασικό τζαζ ρεπερτόριο, που κι εγώ αγαπώ πολύ.

Πες μας για την καλοκαιρινή βραδιά με την Κατερίνα Αλέξη που σ’ ενέπνευσε.. Πηγαίναμε σε ένα beach party κάποιων γνωστών γνωστής μας στο Καβούρι, ένα σαββατιάτικο βράδυ του Ιουλίου του 2013, δε βρήκαμε ποτέ τους γνωστούς μας σε κανένα από τα τρία πάρτυ, που γίνονταν εκείνο το βράδυ εκεί και καταλήξαμε σε μια απόμερη άκρη της παραλίας να κάνουμε βραδινό μπάνιο και να πίνουμε το τσίπουρό μας. Ήταν η κηδεία των προδομένων μας ερώτων. Τους ξενυχτήσαμε, τους κλάψαμε, γελάσαμε με τη γελοιότητά τους (και τη γελοιότητά μας) και χορέψαμε ζεϊμπέκικο στην άμμο. Το επόμενο πρωΐ, με καθαρό μυαλό, φρέντο και τυρόπιτα, αποφασίσαμε να κάνουμε το υλικό αυτό παράσταση, που δεν έγινε ποτέ. Δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες; Eμείς; Ελπίζω ότι θα ωριμάσουμε κι εμείς και οι συνθήκες και θα παίξουμε το «Βαχριετέ» μας μια μέρα σε κάποια μορφή. Η Κατερίνα είναι από τα πλέον χαρισματικά πλάσματα που γνώρισα στην Ελλάδα μέσω του θεάτρου. Δεn μπορώ πάρα να της αφιερώσω αυτό το ανέβασμα.

Τι κάνεις στο Εδιμβούργο; Είμαι καλά. Διδάσκω φωνητική, παίζω θέατρο και τραγουδάω. Συντονίζω το θεατρικό πρόγραμμα του Syn Festival Edinburgh. Ήρθα και βρήκα μια μεγάλη τρελή, δημιουργική ομάδα Ελλήνων, που ξεκίνησαν ένα εθελοντικό, δωρεάν για το κοινό, πολυμετοχικό φεστιβάλ,το οποίο διαρκώς επεκτείνεται και φέρνει κοντά καλλιτέχνες και κοινό όλων των εθνικοτήτων, ηλικιών και μορφών. Φέτος πειραματιστήκαμε με το πρώτο θεατρικό πρόγραμμα του φεστιβάλ με αρκετά δημιουργικό αποτέλεσμα. Το MAIDen του Γιώργου Νικολαΐδη, που έκανε πρεμιέρα εδώ, θα ανεβεί στην Αθήνα τις επόμενες μέρες και πάλι από τη Ζωή Ξανθοπούλου. Στα πλαίσια αυτά, δουλεύω και πάνω σε ένα φιλόδοξο σχέδιο για το Αρχαίο Δράμα και μια παράσταση, που θέλω πολύ να κάνω στο μέλλον. Συνεργάζομαι σταθερά με την Ludens Ensemble του Φίλιππου Φιλίππου. Στο επερχόμενο Hidden Door Festival, ένα επίσης εθελοντικό φεστιβάλ, που αξιοποιεί εγκαταλελειμένους χώρους, θα ανεβάσουμε μια παράσταση πάνω στα σονέτα του William Shakespeare, ενώ στο Fringe θα ανεβεί η περσινή μας παραγωγή «Υμπύ Τύραννος». Ανυπομονώ για το Coup de Foudre. Ελπίζω να είναι και η αρχή για όμορφα μουσικά πράγματα.

Προφανώς, μια μετάβαση στο Εδιμβούργο άλλαξε μέσα σου πολλά πράγματα. Υπάρχει κάτι, που να σ’ εξέπληξε, που το περίμενες αλλιώς; Η σχέση μου με την Ελλάδα ως τόπο. Πίστευα πως θα νιώθω μια καθαρή νοσταλγία, αλλά κάθε φορά που επιστρέφω νιώθω πιο πολύ την απορία «πού βρίσκομαι;», που εμπεριέχει και νοσταλγία και θυμό και απώλεια και χαρά για τη ζωή μου τώρα και όλα, αλλά παραμένει απορία. Ούτε το πού αισθάνομαι περισσότερο «σπίτι μου» είναι πολύ καθαρό. Κάτι ακόμα πράγμα, που πίστευα ότι θα διαχειριστώ διαφορετικά: η κατάσταση στην Ελλάδα. Το αντίθετο μου συμβαίνει, όμως. Όταν ζούσα εκεί, είχε ισχυροποιηθεί μέσα μου ο κυνισμός, μια μορφή ψυχραιμίας ως ένστικτο αυτοσυντήρησης. Μαθαίνοντας τα νέα από δω όμως, έχω την πολυτέλεια να θυμώσω και να πικραθώ βαθιά από την ελπίδα, που έγινε ανέκδοτο και τη δικτατορία του φόβου που εξαπλώνεται.

Νιώθεις περισσότερο καλλιτεχνικά απελευθερωμένη από ότι στην Ελλάδα; Και ναι και όχι. Τον Σεπτέμβριο του ’15 έφυγα κουβαλώντας ήττες, πικρία και έχοντας μέσα μου ουσιαστικά παραιτηθεί. Δυστυχώς μέσα μου υπάρχει ακόμα ένα κομμάτι παραιτημένο και ηττημένο. Μόλις ήρθα συμμετείχα σε ένα επιδοτούμενο σεμινάριο θεάτρου, όπου ουσιαστικά αμείφθηκα, για να μάθω νέες τεχνικές και για να δοκιμάσω την Τέχνη μου. Δεν πιστεύω ότι θα έπαιρνε κάποιος ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα και θα επέλεγε τυφλά από βιογραφικά, και χωρίς καμιά χειρότερη προαίρεση από την έγνοια να δώσει δουλειά σε δυο τρεις φίλους του. Από την άλλη, η σκέψη μου και η καρδιά μου μιλούν ελληνικά. Τη λατρεύω τη γλώσσα μας, τη μουσική μας, την ποίησή μας..Και δεν είναι ότι δεν μπορώ να ασχοληθώ με αυτά και εδώ, είναι ότι δεν μπορώ να μιλήσω για την τέχνη μου με την σαφήνεια και την ακρίβεια, που μπορώ να το κάνω στα ελληνικά. Αυτό στην πρόβα με δυσκολεύει και με απογοητεύει. Στην πραγματικότητα, ο καλλιτεχνικά απελευθερωμένος εαυτός μας σχετίζεται μόνο με ένα πράγμα: την προσωπική μας επιλογή. Ελλοχεύει όμως η τεμπελιά και ο φόβος του ρίσκου, που υπενθυμίζει τις δύσκολες συνθήκες που προφασιζόμαστε για να ρίξουμε την ευθύνη της αποτυχίας αλλού. Η αλήθεια είναι ότι εδώ με απασχολεί πολύ λιγότερο ο φόβος της αποτυχίας. Θα ήθελα όμως να συμφιλιωθώ μαζί του.

Απ’ αυτά που παρακολουθείς από απόσταση (στην Ελλάδα) τι σ’ εκνευρίζει περισσότερο; Υπάρχει κάτι που θα ‘θελες να συμμετέχεις, αλλά είσαι μακριά; Επί χρόνια, σε όλα τα επίπεδα επιχειρήθηκε να ξηλωθεί οποιαδήποτε έννοια πνευματικής συνέχειας, κληρονομιάς, ταυτότητας και κουλτούρας. Ας πούμε η ημιμάθεια σε σχέση με την ιστορία μας που οδηγεί; Από τη μια οι φασίστες τη χρησιμοποιούν, για να προπαγανδίσουν την δήθεν υπεροχή τους και από την άλλη οι φιλελέδες, που προπαγανδίζουν το πόσο πολύ έχουμε ανάγκη τους ξένους και ότι δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίο. Το να σκοτώνεις στο όνομα του Σωκράτη ή να ντρέπεσαι για τον Κολοκοτρώνη είναι πολύ μακράν του τι είναι η Ελλάδα. Για να μιλήσω για τη δουλειά μου, θυμάμαι ότι στη δραματική-που ομολογώ πως ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου τύχει εκείνη τη στιγμή-η υποκριτική της Παξινού σχεδόν χλευαζόταν ως παλιακή. Πριν κατανοηθεί, πριν αποκωδικωποιηθεί, πετιόταν στον κάλαθο τον αχρήστων. Από τη μια δε μας αρέσει η αισθητική της αντιπαροχής αλλά απ’ την άλλη κάνουμε αυτό ακριβώς: γκρεμίζουμε για να χτίσουμε από το μηδέν με πιο φτηνά υλικά. Ακόμα δεν υπάρχει ένας κώδικας υποκριτικής, αλλά πλείστοι αισθάνονται ιερά τέρατα. Πόσες φορές άκουσα το περίφημο «μα καλά, ποιος σου τα έχει μάθει αυτά;» Δεν μπορούσα, να λειτουργήσω σε ένα τέτοιο σύστημα παρόλο, που υπήρξα αρκετά τυχερή να μάθω και να δουλέψω με τις εξαιρέσεις. Είναι κάποιοι άνθρωποι που θα γυρνούσα να δουλέψω μαζί τους, δεν έχει σημασία σε τι: ο καλός μου πιανίστας Τάσος Χαλκίδης και οι πρόβες χωρίς χρονόμετρο, η συνεργασία με την Αφροδίτη Μάνου, που δεν πρόλαβα να χορτάσω και ο Γιώργος Κιμούλης, επειδή έχει ακόμα πολλά να μου μάθει κι είναι ο πιο ντόμπρος και γενναιόδωρος θιασάρχης που μου έτυχε. Δεν έχω αισθανθεί να «ζηλεύω» κάτι συγκεκριμένο, ούτε να αποκλείω τίποτα. Σφυρίξτε μου και θα ΄ρθω. Αν μ’ αρέσει..

Γιατί πράγμα θα ‘θελες να μας μιλήσεις; Για την ομορφιά. Η διαρκής εξάπλωση της βλακείας και του φόβου με τρομάζει. Οι ισχυροί του κόσμου μάλλον έχουν αποφασίσει, να κάνουν ένα ξεκαθάρισμα στην πλάτη μας. Αυτή τη φορά ας είμαστε λίγο πιο έξυπνοι κι ας μην παίξουμε το παιχνίδι τους. Ας κρατήσουμε την ανθρωπιά μας. Την αλληλεγγύη μας, την αγάπη του ενός για τον άλλο. Μου έλεγε ο πατέρας μου για κάποιον γεωπόνο, που φύτεψε τα υπέροχα πευκοδάση γύρω από την Ηγουμενίτσα, το Φιλιάτι και την Παραμυθιά στη Θεσπρωτία. Ξεκίνησε ο πόλεμος το ’40 κι εκείνος συνέχισε να φυτεύει όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πάει στον πόλεμο ή γιατί δεν κρύβεται σπίτι του, να προστατευτεί απάντησε-περίπου-ότι ο πόλεμος θα τελειώσει αλλά τα δέντρα θα μείνουν. Εύχομαι σ’ αυτό που έρχεται να είμαστε λίγο αυτός ο γεωπόνος.

Τι προτείνεις για «αντίδοτο στην κουλτούρα των άλλων» που ‘ναι και το μότο μας; Κουλτουριάρηδες. Αυτή η μάστιγα. Αν με θυμώνει κάτι πιο πολύ από κάθε τι είναι οι άνθρωποι του πνεύματος: δάσκαλοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες. Πόσοι απ’ αυτούς έχουν ασχοληθεί με κάτι πέρα από την εσωτερική τους ανασκόπηση; Μας είπε ο Κούβελας λαπάδες και έχουμε βαλθεί να τον δικαιώσουμε; Η συνταγή είναι μία: Πανηγύρι, τελετουργία, έρωτας. Εκεί μετράς την απήχηση της τέχνης σου. Και δεν εννοώ τις πωλήσεις, εκεί ο θεατής είναι τελεστής και έχει ευθύνη να συμμετέχει, εκεί γινόμαστε κοινότητα που παίρνει τη ζωή της στα χέρια της. Ο έρωτας είναι η ζωοποιός δύναμη.

*Photos Credits: Τάκης Σαϊσάνας, Koncept Cinematography 

*Isidora Bouziouri | FB Page 

Ετικέτες:

Trackback από το site σας.

Πάστα Φλώρα

Η κυρία Δ., aka Πάστα Φλώρα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο γραφικό Κατσιπόδι, λίγο έξω από την πρωτεύουσα. Με περιουσιακά στοιχεία το τρίγωνο των Βερμούδων- Ηλεία, Πόλη, Κορωπί- αποφάσισε από νωρίς πως ήθελε να γίνει ο νέος Ψινάκης και ξεχύθηκε προς αναζήτηση ταλέντων, αλλά κάτι στράβωσε στην πορεία και κατέληξε να διευθύνει (εδώ γελάνε) κάτι σα site για τον πολιτισμό. Πιστεύει στα ζώδια, στο Θεό και στα φαντάσματα, δηλώνει Πάνθηρας με αδυναμία στον ΠΑΟΚ, αγαπάει τη μάνα της, τους φίλους της και τα ζώα. Απωθημένο της ο άγνωστος φλώρος, το καλό παιδί με το τζελ στη χωρίστρα που θα την πηγαίνει στο γήπεδο και θα της παραχωρεί ιπποτικά το διπλόπιτο με γύρο απ’όλα χωρίς αυτό να είναι αμοιβαίο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Πρέπει να είστε συνδεδεμένοι σε για να δημοσιεύσετε ένα σχόλιο.
Powered by