Για την αναγνώριση

Αναζητώντας επίμονα έναν χαμένο Αύγουστο

Μια γυναίκα καλείται να αναγνωρίσει το πτώμα ενός άνδρα. Θάνατος από πνιγμό. Το τηλέφωνό της το μόνο στοιχείο, που βρέθηκε πάνω του. Ξέρει ποιος είναι προτού τον δει.

Αναθυμάται τον κοινό τους βίο, μια αλληλουχία από Πέμπτες. Κι ανάμεσα σ’ αυτές το κενό, όλη η υπόλοιπη ζωή της. Μέχρι που έρχεται ο χωρισμός με δική του απόφαση. Η μοίρα, όμως, έχει τον τρόπο να τους ξαναφέρει κοντά. Η ιστορία ειπωμένη από τη σκοπιά της «άλλης», της «παράνομης» σχέσης, εκείνης που μοιραία έρχεται δεύτερη και τελικά μένει μόνη.

Τι είναι ο έρωτας; Μήπως το να θυσιάζεις όλη σου τη ζωή για τον ποθητό άλλο; Αν είναι έτσι, τότε η ηρωίδα του Άκη Δήμου είναι μια σύγχρονη Ιουλιέτα. Μια Ιουλιέτα γερασμένη, κουρασμένη και μόνη, βυθισμένη στις λιγοστές στιγμές, που έζησε με τον καλό της. Και σ’ εκείνον τον Αύγουστο, τον πρώτο μήνα του έρωτά τους, που μάταια προσπαθεί να αναβιώσει. Γιατί ο Ρωμαίος είναι παντρεμένος με άλλη, μία που δεν τον καταλαβαίνει, μια βδέλλα που του πίνει το αίμα. Δικαιωματικά, όπως αναγνωρίζει με πικρία η ηρωίδα μας, αφού στην τελική εκείνη είναι η νόμιμη σύζυγος.

Για επτά χρόνια, η ζωή της, οι έγνοιες της, η ύπαρξη της όλη περιστρέφεται γύρω από τις εβδομαδιαίες συναντήσεις. Ζει κάθε Πέμπτη και μόνο τότε. Τότε που τον έχει ολοκληρωτικά δικό της για μερικές ώρες. Το όνομά της παραλείπεται, ίσως γιατί δεν έχει καμία σημασία, ίσως γιατί ταιριάζει σε κάποια που έζησε λαθραία μέσα στις σκιές σε αντίθεση με τους άλλους δύο, τους συζύγους, που, αν και σκηνικά απόντες, κατονομάζονται και, αποκομμένοι πια από τον κόσμο του ονείρου, αποκτούν οντότητα, άρα και ημερομηνία λήξης, όπως καθετί τετριμμένο και καθημερινό.

Όταν τελικά η προσωποποίηση των πόθων της θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στους δύο κόσμους όπου κατοικεί, θα πάρει, όπως γίνεται συνήθως, την εύκολη απόφαση της σιγουριάς. Κι εκείνη με θρυμματισμένη κάθε ελπίδα, να ξαναζήσει το πρώτο όνειρο και στερημένη ακόμα κι απ’ αυτές τις λειψές δόσεις έρωτα και συντροφικότητας, θα περάσει από μάταιες κι αδιάφορες αγκαλιές, ώσπου να την απορροφήσει ολοκληρωτικά η μοναξιά κι οι αναμνήσεις της.

Η Γιώτα Φέστα, ερμηνεύει με λυρισμό και δυναμισμό μια γυναικά καρτερική με μια βαθιά, κρυμμένη αισιοδοξία, σαν ένα εσωτερικό ηφαίστειο, που πάλλεται στα έγκατά του, αν και για χρόνια ήταν ανενεργό. Το κείμενο άκρως ποιητικό και αισθαντικό, βρίθει μεταφορών και παρομοιώσεων παραπέμποντας σε ένα στυλ γραφής περασμένων καιρών, γεγονός που τονίζει την οδυνηρή γλυκύτητα του θέματος και το βάθος των φιλοσοφικών του αναζητήσεων. Η σκηνοθεσία της πρωταγωνίστριας και της Φρόσως Μαστρόκαλου, που ορθά ακολουθεί το δρόμο της απόλυτης σκηνογραφικής λιτότητας προκειμένου να δοθεί έμφαση στο λόγο, δημιουργεί, εντούτοις, μια στατική εικόνα, αφού καθηλώνει κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης την ηθοποιό σε μια καρέκλα παραπέμποντας περισσότερο σε θεατρική ανάγνωση παρά σε παράσταση.

με λυρισμό και δυναμισμό μια γυναικά καρτερική με μια βαθιά, κρυμμένη αισιοδοξία, σαν ένα εσωτερικό ηφαίστειο, που πάλλεται στα έγκατά του, αν και για χρόνια ήταν ανενεργό

Η κορύφωση έρχεται στο τέλος όταν η ηρωίδα μας θα σηκωθεί από το κάθισμα της, θα διασχίσει τη σκηνή και θα ανοίξει τις κουρτίνες που κρύβουν τη βεράντα του «Από Μηχανής». Τα φώτα του δρόμου και μαζί τους όλος ο έξω κόσμος θα εισβάλλουν στο σκοτάδι της αίθουσας ελευθερώνοντας το βλέμμα του θεατή και σπάζοντας τα ψυχικά δεσμά, που δεν της επέτρεπαν να συνεχίσει, βάζοντας το πλέον οριστικό τέλος σ’ ό,τι ήταν έως τότε η ζωή της.

κι η πικρή αλήθεια πως, ελλείψει από μηχανής θεών και ηρώων, το φυσικό τέλος μπορεί καμιά φορά και να λυτρώσει

Άραγε ερωτευόμαστε τον άνθρωπο ή την κατάσταση; Η σαιξπηρική Ιουλιέτα, νέα, αθώα και ορμητική, πήρε μονορούφι το δηλητήριο και ρίχτηκε στο σπαθί του νεκρού αγαπημένου της για τον έρωτα. Η πρωταγωνίστριά μας, σαφώς πιο έμπειρη αν όχι σοφότερη, προτίμησε να το πιει σιγά σιγά για να φτάσει, ναρκωμένη για χρόνια από το μεθυστικό κρασί του πρώτου καλοκαιριού, να αναστηθεί εξαιτίας ή χάρη στο θάνατο του δικού της Ρωμαίου, που άθελά του έγινε Χριστός πατώντας με το θάνατο του, τον δικό της. Όμως, πράγματι εκείνος τη σημάδεψε ή ο Αύγουστος που πήρε τη μορφή του;

Ένα είναι σίγουρο. Πως δύο άνθρωποι ενώθηκαν με αόρατα δεσμά μια μαγική στιγμή μες στο χρόνο, κάποιο καλοκαίρι, με την ευχή και την κατάρα να αναζητούν ο ένας τον άλλο. Ένα χαρτί προσεκτικά φυλαγμένο με το τηλέφωνό της, η μόνη απόδειξη της νέμεσής του. Οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες ευτυχίας η δική της. Κι η πικρή αλήθεια πως, ελλείψει από μηχανής θεών και ηρώων, το φυσικό τέλος μπορεί καμιά φορά και να λυτρώσει.

Ετικέτες:

Τζέην Καλαμίτη

Η Τζέην Καλαμίτη γεννήθηκε στην Άγρια Δύση και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Γιατρός δεν την ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι. Από κοριτσάκι διακρίθηκε στο πέταγμα του λάσο, τη σκοποβολή και την κριτική θεάτρου, σε συνδυασμό με τα’ αλλά δύο. Συχνάζει στο σαλούν «Η γωνιά του πιστολέρο», ενώ όποτε ξεκλέβει χρόνο εκδράμει στα γραφικά «Τρία πέντε τουφέκια». Όνειρό της να στήσει μια ψησταριά για μερακλήδες και να χεστεί στο τάλιρο. ΥΓ. Αν δείτε το Λούκυ πείτε του ότι χαθήκαμε και να πάμε για καμιά μπίρα.
Powered by