Είμαστε παίχτες ή τραπουλόχαρτα;

Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα βρε ζωή

Ένας χαρτοπαίκτης τινάζει κάθε βράδυ τη μπάνκα στο καζίνο. Τον συνοδεύει πάντα ένας τυφλός, που κάθεται διαρκώς στο πλάι του ενόσω ποντάρει.

Το περίεργο δίδυμο θα κινήσει την περιέργεια μιας όμορφης χρηματίστριας, που θα προσπαθήσει να τους προσεγγίσει. Θα πουλήσει μετοχές στον πρώτο και θα γοητεύσει το δεύτερο με σκοπό να τον προσεταιριστεί. Ο τυφλός θα μετατραπεί στο μήλον της έριδος για τους δύο τζογαδόρους που θεωρούν ότι έχει την τύχη με το μέρος του. Άτομο μοναχικό, που βασανίζεται από το μυστήριο ενός επαναλαμβανόμενου και ακατανόητου νυχτερινού ονείρου, θα τους προσφέρει τις «υπηρεσίες» του με αντάλλαγμα τη φιλία και τον έρωτα, αλλά για πόσο; Σχέσεις συμφεροντολογικές, άνθρωποι μοναχικοί που μιλούν ή μάλλον μονολογούν για την τύχη, την πίστη, τα παιδικά χρόνια, το χρήμα, το θάνατο.

Τα θεατρικό του Ανδρέα Φλουράκη ανεβαίνει για πρώτη φορά με τη μορφή ολοκληρωμένης παράστασης στο black box του «Θεάτρου Επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Σταύρου Στάγκου.

Είχαν προηγηθεί άλλες δύο script-in-hand παρουσιάσεις του έργου στο «Θέατρο Άλεκτον» το ‘05 και στο Βιβλιοπωλείο «Ιανός» το ‘06. Παρά τη δεκαετία που μεσολάβησε, τα θέματα που απασχολούν το συγγραφέα παραμένουν επίκαιρα. Πράγματι, αν εξαιρέσουμε την ενασχόληση με το χρηματιστήριο ως επιτυχημένη μέθοδο, για να ξαφρίζει κάποιος κορόιδα, αφού σήμερα πια, με τη βουτιά των μετοχών μεγάλων πολυεθνικών σε αβυσσαλέους βυθούς, μόνο γέλιο θα προκαλούσε, η ικανοποίηση των ατομικών επιδιώξεων και συμφερόντων αποτελεί τη βασική κινητήριο δύναμη στην Ελλάδα της κρίσης.

Δειλά παιδιά, τυφλωμένα από την επιμονή τους, φυλακισμένα μέσα στο ίδιο το μυαλό τους, στερημένα και αδηφάγα.

Σ’ έναν μικρό και περιορισμένο χώρο, όπως μαρτυρά και τ’ όνομά του, τρία πρόσωπα αλληλεπιδρούν, αφηγούνται τις ζωές τους, εξηγούν τις κοσμοθεωρίες τους, μοιράζονται μαζί μας τις προλήψεις, τα θέλω τους, ακόμα και τα όνειρα που βλέπουν τα βράδια. Οι μεταξύ τους σχέσεις βασίζονται στη λογική της ανταπόδοσης και της αμοιβαίας ωφέλειας, καλυμμένης από μια ψευδεπίγραφη συντροφικότητα. Η ανάγκη των ηρώων για υλική και συναισθηματική ασφάλεια ικανοποιείται με placebo.

Προλήψεις αντί για αληθινή πίστη, χρήμα και υλικά αγαθά αντί για ανθρώπινη επαφή, σεξ αντί για αγάπη. Ο κυνισμός και τα πάθη που τους διακατέχουν συνθέτουν μια επισφαλή ισορροπία, ένα τεντωμένο σκοινί πάνω στο οποίο βαδίζουν. Με θολωμένη την κρίση, ακόμα κι όταν φαίνονται να κάνουν προσεκτικούς υπολογισμούς, ελπίζουν στην καλή τύχη για να κατακτήσουν την ευτυχία ή έστω για να επιβιώσουν.

Ο πολύ καλός Νίκος Γεωργάκης ενσαρκώνει το κεντρικό και πιο συνειδητοποιημένο πρόσωπο του έργου, έναν άντρα με εκ γενετής πρόβλημα όρασης που του επιτρέπει να βλέπει μόνο σκιές. Φορώντας μαύρα γυαλιά και με μια ελαφρά δυσκολία στην ομιλία, που τονίζουν την ιδιαιτερότητά του, κινείται με προσοχή, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μιλά συγκρατημένα, χωρίς τις εξάρσεις των άλλων δύο, σαν άνθρωπος που έμαθε από μικρός να αντιμετωπίζει τη ζωή στωικά. Αξιόλογοι και οι Βαγγέλης Ψωμάς και Γωγώ Καρτσάνα. Ο πρώτος ερμηνεύει τον παθιασμένο χαρτοπαίκτη που βρίσκεται σα χαρακτήρας στον αντίποδα του φίλου του. Εθισμένος στο τζόγο και βουτηγμένος στις πάσης φύσεως προλήψεις αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά και οι αντιδράσεις του, ως επί το πλείστον απότομες και σπασμωδικές, αφορούν σχεδόν αποκλειστικά το καταστροφικό του πάθος. Η δεύτερη μεταμορφώνεται σε δυναμική γυναίκα αράχνη με περίσσια αυτοπεποίθηση, η οποία μετέρχεται κάθε μέσο, για να εξασφαλίσει μια πολυτελή ζωή από φόβο για τις προσωπικές δεσμεύσεις και τη ματαίωσή τους.

Η λιτή σκηνογραφία της Μαρίας Παπαδοπούλου επιτρέπει την καλύτερη εκμετάλλευση του black box ως χώρου και σε συνδυασμό με την κίνηση των ηθοποιών, την οποία επιμελείται η Στέλλα Κρούσκα, δημιουργεί μια αίσθηση υπερκινητικότητας και ασφυξίας, σαν τρία μικρά χάμστερ κλεισμένα στο κλουβί τους, χωρίς την προοπτική διεξόδου. Παράλληλα, το video του Αλέξανδρου Κακλαμάνου με τα ασπρόμαυρα θραύσματα του επίμονου ονείρου αποτελεί μια δίοδο φυγής για το εγκλωβισμένο βλέμμα του θεατή, που παύει βίαια για να τον επαναφέρει στο πιεστικό τώρα κάθε φορά που διακόπτεται απότομα η αφήγησή του.

Τρεις άνθρωποι παλεύουν με τους δαίμονες τους αναζητώντας την ευτυχία σε λάθος μονοπάτια, διεκδικούν τα θέλω τους με νύχια και με δόντια, αποφεύγοντας με την ίδια μανία να κοιτάξουν τον εαυτό τους και τους άλλους κατάματα. Δειλά παιδιά, τυφλωμένα από την επιμονή τους, φυλακισμένα μέσα στο ίδιο το μυαλό τους, στερημένα και αδηφάγα. Δημιουργήματα ενός παραδόπιστου και επιφανειακού κόσμου που μες στην υπερβολή τους περιγράφουν, τελικά, εμάς τους ίδιους που με τόση κι άλλη ζέση κοιτάμε τη βολή μας, εθελόδουλοι στα δεσμά μας, ανίκανοι να κοιταχτούμε στα μάτια.

Ετικέτες:

Τζέην Καλαμίτη

Η Τζέην Καλαμίτη γεννήθηκε στην Άγρια Δύση και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Γιατρός δεν την ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι. Από κοριτσάκι διακρίθηκε στο πέταγμα του λάσο, τη σκοποβολή και την κριτική θεάτρου, σε συνδυασμό με τα’ αλλά δύο. Συχνάζει στο σαλούν «Η γωνιά του πιστολέρο», ενώ όποτε ξεκλέβει χρόνο εκδράμει στα γραφικά «Τρία πέντε τουφέκια». Όνειρό της να στήσει μια ψησταριά για μερακλήδες και να χεστεί στο τάλιρο. ΥΓ. Αν δείτε το Λούκυ πείτε του ότι χαθήκαμε και να πάμε για καμιά μπίρα.
Powered by