Για εκείνες που δεν έγιναν Παναγίες των Πατησίων

Τα σκυλάδικα της ελληνικής επαρχίας των 80s σ’ όλο τους το σκοτεινό και βρώμικο μεγαλείο. Κουρελιασμένα όνειρα, αποθέωση αλλά και ταπείνωση, στρας και γαρύφαλλα συνθέτουν ένα παρδαλό σύμπαν νυχτερινής διασκέδασης, όπου η υπερβολή είναι ο κανόνας κι η κάθε προσωπική ιστορία-εξωφρενική για τον περιβόητο μέσο άνθρωπο-μοιάζει απολύτως ταιριαστή έως και αναμενόμενη για τα σχεδόν μαγικά πλάσματα, που το κατοικούν.

Σε μια εποχή που κυριαρχείται από πίστες, έντεχνες μουσικές σκηνές, διασκευές αρχοντορεμπέτικου-άντε και κανένα hip hop, το σκυλάδικο φαντάζει ντεμοντέ και περιθωριοποιημένο ακόμα και στη συνείδηση των ανθρώπων της επαρχίας, εκείνων δηλαδή, που κατ’εξοχήν το βίωσαν, και εν πολλοίς το συνδιαμόρφωσαν ως πελάτες. Κι όμως, αν υπάρχει κάτι αυθεντικά νεοελληνικό, που να μας δένει όλους, που να συνενώνει σχεδόν απροσδόκητα τον τρόπο έκφρασης και διασκέδασης ακόμα και των πιο διαφορετικών, φαινομενικά τουλάχιστον, ανθρωπότυπων της σύγχρονης Ελλάδας, αυτό είναι το σκυλάδικο.

Ελάχιστοι κατόρθωσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι από το σαρωτικό του σουξέ-κι εδώ το «κατορθώνω» δεν είναι βερμπαλιστικό, γιατί τα χρόνια της μεταπολίτευσης απαιτούνταν τιτάνιες και κυρίως συνειδητές προσπάθειες, για να μην εντάξεις το σκυλάδικο έστω και λίγο στον τρόπο ζωής και σκέψης σου, με άλλα λόγια ή πολύ καθωσπρέπει αστός θα ήσουν ή θρησκόληπτος ή πολιτικώς ορθώς αριστερός.

Η συντριπτική πλειονότητα, ωστόσο, υπέπεσε στο αμάρτημα του «γαυγίζειν», που έμελλε να στοιχειώσει τις νύχτες της για πάντα ακόμα κι όταν η φάση παρήκμασε, όταν το σιδηρούν παραπέτασμα τα τίναξε τα πέταλα κι η αγορά γέμισε με φρέσκο «κρέας», που πουλιόταν φανερά χωρίς την πρόφαση ενός μικροφώνου, συχνά χωρίς καν το δικαίωμα επιλογής, όταν η πασοκοποίηση της ελληνικής κοινωνίας είχε ολοκληρωθεί και τα μικρομάγαζα διαδέχτηκαν φαραωνικά κατασκευάσματα με σενιαρισμένο αμπαλάζ, μουσικά κανάλια και βιντεοκλίπ, που έφεραν τη νύχτα στον φως της μέρας συνθέτοντας την επίσης καθαρά ελληνική έννοια του λαϊκοπόπ.

Η παράστασης της Κίρκης Καραλή πέτυχε να αναπαραστήσει μ’ ακρίβεια τον κόσμο εκείνο, που έζησαν οι γονείς μας και λιγάκι θυμόμαστε κι εμείς. Η σκηνή μετατρέπεται σε πίστα με τους ηθοποιούς, να ερμηνεύουν γνωστά σε όλους μας κομμάτια, με το κοινό να μπαίνει κατευθείαν στο κλίμα, να τραγουδάει και να χειροκροτεί, όπως θα έκανε κανονικά για τα αστέρια του πενταγράμμου. Ιστορίες ανθρώπων που διαπλέκονται μεταξύ τους με βασικό άξονα το συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου και κεντρικό ήρωα του έργου, Θάνο Αλεξανδρή, που καθισμένος στο πίσω μέρος της σκηνής αφηγείται την πορεία του στα μαγαζιά της επαρχίας και μέσα απ΄αυτή και τις διαδρομές άλλων καλλιτεχνών της νύχτας, που διασταυρώθηκαν με τη δική του στη Σπάρτη, στην Ηλεία ή στη Λάρισα. Αγόρια και κορίτσια, που ξεκίνησαν από δραματικές σχολές και ωδεία, όμως, κατάλαβαν ότι η ποιότητα δεν έχει μεροκάματο και δοκίμασαν την τύχη τους στα βαθιά, αδερφές ξεφωνημένες το πρωί, λατρεμένες και ποθητές το βράδυ απ΄την ίδια κοινωνία, που τους έφτυνε, μικρούλες και μεσόκοπες τραγουδίστριες και λαϊκοί άντρες, που τις ραίνουν με λουλούδια. Πόθοι, πάθη, γαμήσια κι έρωτες. Έρωτες ανθεκτικοί, περασμένοι απ’ τα χίλια κύματα ή ανόητοι για να περνάει η ώρα, έρωτες φτωχαδάκια ή γεμάτοι ακριβά δώρα. Ρούχα κιτς, όπως επιτάσσουν τα 80s, λαμέ, ξέκωλα και ξώβυζα, για να χαρεί το μάτι του αγρότη, του γουνέμπορα, του παράγοντα της περιοχής και να συνεννοηθεί με το μαγαζάτορα ποια θέλει στο τραπέζι κι αν πληρώνει καλά και στο κρεβάτι. Διότι αν κάτι ισχύει στη νύχτα όσο και στη μέρα είναι το ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

Τα σκυλάδικα ζωντανεύουν ένα βράδυ τη φορά, για ένα δίωρο, όσο κρατάει η παράσταση, και μας συμπαρασύρουν σε έναν κόσμο, που συνδυάζει το φτηνιάρικο με το λαμπερό, που όσο μας εκθέτει τη βρωμιά και τη δυστυχία του, άλλο τόσο μας μαγεύει με υποσχέσεις για ξέφρενα γλέντια με το χρήμα και τη σαμπάνια να ρέουν άφθονα, με δόξα και αναγνώριση που οι mainstream, κυριλέ θα έλεγαν τότε ή ακόμα και ξενέρωτοι, καλλιτέχνες δεν ονειρεύτηκαν καν, σε έναν κόσμο παράλογο αλλά με κανόνες που σου τάζει τον κόσμο όλο αν τσαλακώσεις το είναι σου, για να χωρέσεις μέσα του κι όταν τελικά στον δώσει-γιατί κρατάει τις υποσχέσεις του-να στον παίρνει απότομα σα χαλί κάτω απ’ τα πόδια σου για να το δώσει κάπου αλλού.

Κι αυτό ακριβώς είναι και το μυστικό της παράστασης: δε μας λέει τίποτα καινούργιο, καμία γλαύκα δεν κομίζει ες Αθήνας. Μας δίνει αυτό, που ήδη ξέρουμε και πιθανόν πολλοί από μας να θέλουν να ξεχάσουν. Μας δείχνει ποιοι ήμαστε τότε, ξαναγεννάει για λίγο το παρελθόν μας σε μια εποχή κρίσης και μας θυμίζει τα γυαλιστερά σάπια υλικά από τα οποία εξακολουθούν να είναι φτιαγμένα τα όνειρά μας. Πως ο Έλληνας συνεχίζει να κλείνει όπως όπως τις πληγές του με χορούς και τραγούδια, για να αντέξουν τη μέρα και να ξανανοίξουν πάλι το επόμενο βράδυ. Πως εκτονώνει τον κοινωνικό συντηρητισμό και τον καθωσπρεπισμό του, πως ψάχνει για ινδάλματα να τα λατρεύει και να τα σταυρώνει, να τους τα ακουμπάει και να τα επιδεικνύει κι αντίστοιχα πόση ανάγκη έχει να τον αγαπήσουν, να τον αποθεώσουν, να τον αναγνωρίσουν ακόμα κι αν πρέπει να βουτήξει στ’ απόνερα, για να τα καταφέρει.

Το «Αυτή η νύχτα μένει» είναι ένας πειρασμός όπως εκείνος, που έβαλε ο διάολος στον Ιησού στην έρημο. Φέρνει το απόκληρο παιδί της τέχνης πάνω στη θεατρική σκηνή, διαπράττοντας κάτι, που παλαιότερα μόνο ως ιεροσυλία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, όμως στη μεταμοντέρνα μας εποχή μπορεί να θεωρηθεί προχώ από τους ίδιους, που τρεις δεκαετίες πριν θα το έφτυναν, πιθανόν επειδή έχει ήδη καθαγιαστεί από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και απομακρυσμένο χρονικά μοιάζει ακίνδυνο. Άραγε πόσοι από τους ηθοποιούς της παράστασης δε θα έβαλαν τον εαυτό τους στη θέση των ηρώων, που ενσαρκώνουν; Και τι θα είχαν επιλέξει, αν βρίσκονταν στη θέση τους; Θα βασανίζονταν, για να τραφεί το στομάχι και το εγώ τους; Έχουν γνωρίσει τέτοιο χειροκρότημα, τέτοια αποδοχή από το κοινό; Αμφιβάλλω.

Επηρεασμένη ακόμα από το πνεύμα της παράστασης δύο τραγούδια μου έρχονται στο μυαλό: το «Αμαρτωλό» της Νένας Βενετσάνου και η «Παναγία των Πατησίων» του Χατζιδάκι. Στην αντίπερα όχθη και τα δύο, αυτή της κουλτούρας, αλλά που εύστοχα αποτυπώνουν την ελληνική πραγματικότητα. Γιατί τα σκυλάδικα με την κονσομασιόν, τις φωνές και τα χυδαία λόγια «εικόνα σου είναι κοινωνία και σου μοιάζουν», ωστόσο αν μη τι άλλο, φιλοξενούσαν εκείνους κι εκείνες που ήθελαν να ξεφύγουν, που μπορεί να πουλιόνταν, αλλά είχαν τα κότσια να ζήσουν τα πάθη τους και την αξιοπρέπεια να μη συμβιβαστούν για ένα «σπιτάκι καθαρό, σιδερωμένο ρούχο».

*οι photos είναι δανεισμένες από το επίσημο fb page της παράστασης

Ετικέτες:

Τζέην Καλαμίτη

Η Τζέην Καλαμίτη γεννήθηκε στην Άγρια Δύση και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι. Γιατρός δεν την ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι. Από κοριτσάκι διακρίθηκε στο πέταγμα του λάσο, τη σκοποβολή και την κριτική θεάτρου, σε συνδυασμό με τα’ αλλά δύο. Συχνάζει στο σαλούν «Η γωνιά του πιστολέρο», ενώ όποτε ξεκλέβει χρόνο εκδράμει στα γραφικά «Τρία πέντε τουφέκια». Όνειρό της να στήσει μια ψησταριά για μερακλήδες και να χεστεί στο τάλιρο. ΥΓ. Αν δείτε το Λούκυ πείτε του ότι χαθήκαμε και να πάμε για καμιά μπίρα.
Powered by